|
Ὁ Θεὸς Ἑρμῆς εἰς τὴν μυθολογίαν
Ὁ Ἑρμῆς ὁ ἀεικίνητος
Θεὸς κῆρυξ ἐστὶ
ἐκ τῶν δημοφιλέστερων
τοῦ Πανθέου. Δίδει
τὸ ὄνομά του τῷ
ταχυτέρῳ πλανήτῃ
τοῦ ἡλιακοῦ μας
συστήματος, τὸ
ἄστρον τοῦ Ἑρμοῦ
ἢ Στίλβωνα. Κατ'
'Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον
γεννᾶται ἐκ τοῦ
Διὸς καὶ τῆς Ἀτλαντίδος
κόρης Μαίας.
Ζηνὶ δ’
ἄρ’ ᾿Ατλαντὶς
Μαίη τέκε κύδιμον
῾Ερμῆν,
κήρυκ’ ἀθανάτων,
ἱερὸν λέχος
εἰσαναβᾶσα.
[Ἡσιόδου
Θεογονία, 371-374]
Ἤδη
ἅμα τῇ γεννήσει
του δίδει τὰ πρῶτα
δείγματα τῶν
ἰδιοτήτων του,
κερδίζοντας διὰ
τῆς εὐφυίας του
σχεδὸν ἀμέσως
μίαν διακεκριμένην
θέσιν μεταξὺ
τῶν Ὀλυμπίων
Θεῶν. Ὁ Ὁμηρικὸς
Ὕμνος περιγράφει
πῶς ἡ Μαῖα "πολυμήχανον
ἐγέννησε υἱὸν
καὶ εὐφυέστατον,
λῃστήν, ὁδηγὸν
βοῶν καὶ ἡγήτορα
ὀνείρων, νυκτὸς
κατάσκοπον καὶ
πυλῶν φρουρόν,
ποὺ ταχέως ἔμελλε
νὰ ἐμφανίσει
ἔργα κλυτὰ ἀνάμεσα
εἰς τοὺς ἀθανάτους
θεούς". Ὁ Ἑρμῆς
"ἐγεννήθη τὴν
αὐγή, ἐν μέσῳ ἡμέρας
ἤδη ἔπαιζε κιθάρα
καὶ τὸν ἕσπερον
ἔκλεψε τοὺς βόας
τοῦ ἑκηβόλου
Ἀπόλλωνος". Ἡ γένεσίς
του τοποθετεῖται
τὴν τετάρτην
ἡμέραν τοῦ μηνὸς
ἐν σπηλαίῳ τοῦ
ὄρους Κυλλήνη
τῆς Ἀρκαδίας.
Ὕμνησε Μοῦσα
τὸν Ἑρμῆν, Διὸς
καὶ Μαιάδος υἱόν,
Κυλλήνης ἄρχοντα
καὶ Ἀρκαδίας
πολυμήλου,
ἄγγελον ἀθανάτων
σωτήριον, ὃν
ἡ Μαῖα ἐκυοφόρησε,
ἡ καλλιπλόκαμος
νύμφη, μετὰ τοῦ
Διὸς ἐν φιλότητι
μιγεῖσα,
ἡ σεβάσμια. Τῶν
μακάρων θεῶν
ἀπέφευγε τὸν
ὅμιλον,
κατοικοῦσα σὲ
βαθύσκιον ἄντρον,
κὶ ἐκεῖ ὁ Κρονίων
μὲ τὴν εὐπλόκαμον
νύμφην ἔσμιγε
σὲ βαθιὰ νύκτα,
ὅταν γλυκὸς
ὕπνος ἐκυρίευε
τὴν λευκοχέραν
Ἥρην,
ἀΐδωτος ἀπ΄τοὺς
ἀθανάτους θεοὺς
κὶ ἀπ΄τοὺς θνητοὺς
ἀνθρώπους.
[Ὁμηρικὸς
Ὕμνος εἰς Ἑρμῆν,
1-9]
Οἱ βόες
τοῦ Ἀπόλλωνος
καὶ ἡ δημιουργία τῆς Λύρας
Σὰν
ἐγεννήθη ὁ Ἑρμῆς
δὲν ἔμεινε για
πολὺ ἐν ἱερῷ του
λίκνῳ ἀλλὰ πηδώντας
ἔξω ἀναζήτησε
εὐθὺς τοὺς βοῦς
τοῦ Ἀπόλλωνος.
Ἐξελθεῖς ἀπὸ
τοῦ σπηλαίου,
εὕρηκε χελώνην
ποὺ ἔβοσκε ἐμπρὸς
τῶν θυρῶν καὶ
κατεχάρη διὰ
τὸ ὠφέλιμον σημεῖον
ποὺ τοῦ ἔδωσε
τὸ ἀργοκίνητον
ζῷον ποὺ πολυποίκιλτον
ὄστρακον ἔφερε.
Χαῖρε ἀξιαγάπητη
μορφή, χορεύτρια,
σύντροφε συνεστιάσεων,
ποὺ εὐχάριστα
μοῦ φανερώθης,
πόθεν τ' ὡραῖο
τοῦτο κόσμημα
τὸ πολυποίκιλτο
ὄστρακόν σου
ἐντύθης, χελώνα
ποὺ σὲ ὄρη ζεῖς;
ἀλλὰ εἰς τὸν
οἶκον μου θὰ
σὲ πάρω, κάποιο
κέρδος θὰ μοῦ
εἶσαι,
δὲν θὰ σὲ ὑποτιμήσω
κὶ ἐσὺ ἐμέ πρωτίστως
θὰ ὠφελήσεις.
Στον οἶκον μέσα
καλύτερα εἶναι,
γιατὶ βλαβερὸ
τὸ ἔξω,
ἀλήθεια θὰ εἶσαι
ἐμπόδιο για τὴν
ὀλέθρια μαγγανεία
ὄσο θὰ ζεῖς, καὶ
σὰν πεθάνεις
τότε πολὺ ὡραία
θὰ τραγουδεῖς.
[Ὁμηρικὸς
Ὕμνος εἰς Ἑρμῆν,
31-38]
 |
Ὁ Ἑρμῆς φέρει
μαζὶ του τὴν
χελώνην καὶ
ἀμέσως ἀρχίζει
τὸ ἔργον του.
Πρῶτα τρυπώντας
την μὲ γλύφανον
ἀπὸ λευκόφαιον
σίδηρον, ἄδειασε
τὸ κέλυφος ἀπὸ
τὸν μυελὸν της.
Ἔπειτα
ἔκοψε καλάμους
ἀναλόγου μήκους
καὶ τοὺς στερέωσε
περνώντας τους
μέσα ἀπὸ τὸ κέλυφος
τῆς ῥάχης τῆς
χελώνης.
Κατόπιν
ἐτέντωσε δέρμα
βοὸς γύρω ἀπ'
τὸ διάφραγμα
της κὶ ἔβαλε
τὰ δύο κέρατα
συνδέοντας αὐτὰ
μὲθ' ἐγκαρσίου
ξύλου. Τέλος
ἐτέντωσε ἑπτὰ
χορδὰς ἐλαστικὰς
ἀπὸ κοιλία προβάτου
καὶ τὸ ὄργανον
ὁλοκληρώθη.
|
Το ὄρος
Κυλλήνη γειτονεύει
μὲ τὰ Χελυδόρεα.
Ἐκεῖ λέγεται
πὼς εὕρηκε ὁ
Ἑρμῆς τὴν χελώνην
καὶ παίρνοντας
τὸ καύκαλον ἐποίησεν
τὴν λύραν.
[Παυσανίας, Ἑλλάδος
Περιήγησις, 8.17.5]
Κρούωντας
μὲ πλῆκτρον τὰς
χορδάς, ἡ λύρα
ἔβγαλε ὑπὸ τῶν
χειρῶν του ἦχον
θαυμαστὸν καὶ
αὐτοσχεδιάζοντας
ὁ θεὸς ὡραία τραγούδησε
τοὺς ἔρωτας τοῦ
Κρονίδου Διὸς
καὶ τῆς καλλιπεδίλου
Μαίας, φανερώνοντας
καὶ τὴν δικὴν
του ὀνομαστὴν
γέννησιν. Σύντομα
ὅμως ἀφήνει τὴν
λύρα του καὶ ἐπιθυμώντας
κρέας ἐξῆλθε
τοῦ σπηλαίου
σκοπεύοντας νὰ
περιπλανηθεῖ,
ἤδη σχεδιάζοντας
αἰφνίδιον δόλον.
Κὶ ἐνῶ ὁ Ἥλιος ἔδυε,
ὁ Ἑρμῆς ἔφθασε
εἰς τῆς Πιερίης
τὰ σκιερὰ ὄρη
τῶν θεῶν, ἐκεῖ
ὅπου εὑρίσκονται
οἱ ἀθάνατοι βόες
των. Ἀθέατος ἀπέκοψε
πενήντα ζῷα τὰ
ὁποῖα ὁδήγησε
μέσα ἀπὸ τόπους
ἀμμώδεις ἀντιστρέφοντας
μάλιστα τὰς ὁπλὰς
των ὥστε τὰ ἴχνη
νὰ φαίνονται
ἀνάποδα. Κὶ αὐτὸς
ἀφήνοντας τὰ
σανδάλια του
ἔπλεξε ἄλλα πιὸ
ἐλαφρά, ἀπὸ ἀλμυρίκια
καὶ βλαστοὺς
μυρσίνης καὶ
τότε μόνον πῆρε
τὸν σύντομον
δρόμον.

Ἑρμῆς
ἄγων τοὺς βόας
τοῦ Ἀπόλλωνος,
ἀρχαϊκὴ ἀγγειογραφία,
2ος αἱ. μ.Ο.
Κανείς
δὲν τὸν εἶδε σὰν
ἔφθασε εἰς τὰ
πεδία τῆς Ὀγχηστοῦ
ἐκτὸς ἀπὸ κάποιον
γέροντα, τὸν Βάττον,
ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι
ἔξω φροντίζοντας
τὸν ἀμπελῶνα
του. "Γέροντα", τοῦ
εἶπε τότε ὁ Ἑρμῆς,
"ἂν ὅλα τούτα καρποφορήσουν,
οἶνον πολὺν θὰ
δώσουν. Καὶ σὺ
ὅτι εἶδες δὲν
τὸ εἶδες κὶ ὅτι
ἄκουσες δὲν τὸ
ἄκουσες καὶ νὰ
σωπαίνεις ὅταν
κάτι δὲν σὲ βλάπτει".
Κατόπιν συνέχισε
τὴν πορείαν του
διεσχίζοντας
ὄρη καὶ τόπους
πεδινοὺς ὥσπου
πλησίασε ἡ αὐγὴ
καὶ τότε πέρασε
τοὺς βοῦς ἀπὸ
τὸν ποταμὸν Ἀλφειὸν
φθάνοντας σὲ
ἀνθηρὸν λειμῶνα.
Τότε ἄφησε τοὺς
βοῦς νὰ βοσκήσκουν
καὶ τοὺς συγκέντρωσε
ἐντὸς ἑνὸς στάβλου
ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ.
Ἀλλ'
ὁ πολυμήχανος
Ἑρμῆς δὲν ἀναπαύθη
μὰ εὐθὺς μεταφέροντας
ξύλα πολλά, ἐσυλλογίσθη
ἀναζητώντας
τὴν τέχνην τοῦ
πυρός.
Κόπτοντας
δάφνης βλαστὸν
καλόν, τὸν ἔτριψε
μὲ σίδερον
προσαρμοσμένον
ἐν τῇ παλάμῃ
του, καὶ τότε
ἀνέδωσε φλόγα
θερμή,
τὶ ὁ Ἑρμῆς πρῶτος
ἀνακάλυψε τρόπον
νὰ ἀνάβη πῦρ.
[Ὁμηρικὸς
Ὕμνος εἰς Ἑρμῆν,
109-111]
Ὅταν
ἡ πυρὰ ἦτο ἑτοίμη,
ὁ Ἑρμῆς ἔφερε
δύο ζῷα πλησίον
της κὶ ἐκεῖ τὰ
θανάτωσε τρυπώντας
τὸν αὐχένα. Κατόπιν
ἔκοψε τὰ καλύτερα
μέρη τοῦ κρέατος
καὶ τὰ ἔψησε σὲ
σοῦβλες ἀπὸ ξύλο.
Καὶ τέντωσε τὰ
δέρματα τῶν ζῴων
σὲ μία πέτρα, ποὺ
ἀκόμη καὶ τώρα
μετὰ ἀπὸ τόσον
καιρὸν τὰ δέρματα
θὰ ὑπάρχουν. Ἔπειτα
ὁ Ἑρμῆς χαρωπὸς
ἀπόθεσε τὰ κρέατα
ἐπὶ πέτρης λείας
καὶ πλατιὰς καὶ
σὲ δώδεκα μέρη
(μοίρας) τὰ ἐχώρισε
μὲ κλῆρον, προσδιδόντας
ἑκάστῳ τιμὰς
μεγάλας. Καὶ τόσο
εὐχαριστῇ ἦτο
ἡ ὀσμὴ των, ποὺ
παρότι θεὸς ἐπιθύμησε
νὰ γευθεῖ τὰ κρέατα
τῆς ἱεροθυσίας,
ὅμως ἐσυγκρατήθη.
Τὸ
λίπος καὶ τὰ κρέατα
ἔφερε ἐντὸς τῆς
ὑψηλόροφης καλύβας
καὶ τὰ ὕψωσε μετέωρα,
ὠς σημεῖον τῆς
νεανικῆς κλοπῆς
του, τὰ δὲ κόκκαλα
καὶ πόδας ἔκαψε
τελείως. Ὅταν
ὅλα τὰ τέλεσε
ὄπως ἔπρεπε, ἔσβησε
τὴν πυράν, κάλυψε
τὴν ἀνθρακιὰν
καὶ ἔριξε τὰ σανδάλια
του ἒς Ἀλφειόν.
Κὶ ἀθέατος ἀπὸ
θεοὺς καὶ ἀνθρώπους,
ἐπέστρεψε ἐς
Κυλλήνην καθὼς
ἄρχιζε ἡ ἡμέρα,
κὶ ἐτυλίχθη μὲ
τὰ σπάργανα ξαπλωμένος
ἐν λίκνῳ του ὅμοιος
μὲ νήπιο ποὺ παίζει.
Ὅμως δὲν πέρασε
ἀπαρατήρητος
ἀπὸ τὴν θέαν μητέρα
του.
"Λοιπὸν ποικιλομήτα,
πόθεν κὶ ἀπὸ
τὶ ἔρχεσαι σὲ
τέτοια τῆς νυκτὸς
ὥρα,
σὺ ποὺ 'χεις τὴν
ἀναίδεια για
περιβολή; Τώρα
πολὺ πιστεύω
ἢ ὅτι ἔχοντας
γύρω ἀπ' τὰ πλευρὰ
σου ἀβάσταχτα
δεσμὰ
ἀπὸ τὰς χεῖρας
τοῦ Λητοΐδου
θὰ συρθεὶς ἔξω
ἀπὸ τὴν αὐλόθυρα,
ἢ φέροντας σὲ
σὲ φαράγγια ἀνάμεσα
θὰ κλέβεις.
Πήγαινε λοιπόν.
Μεγάλη ἔγνοια
σὲ ἔσπειρε ὁ
πατέρας σου
νὰ εἶσαι για
τοὺς θνητοὺς
ἀνθρώπους καὶ
τοὺς ἀθανάτους
θεούς".
Κὶ ὁ Ἑρμῆς σ' αὐτὴν
ἀπάντησε μὲ
λόγους ὠφελίμους:
"Μητέρα μου, τὶ
μὲ τούτα μὲ ἀπειλεῖς
ὡσὰν παιδὶ
νήπιον, ποὺ τὸ
μυαλὸ του πολὺ
λίγα ἀνόσια γνωρίζει,
ἔντρομο καὶ
φοβάται τῆς μητρὸς
του τὰς ἐπιπλήξεις;
Ὅμως ἐγὼ θὰ ἀνέλθω
μὲ τὴν τέχνην
μου ποὺ ἀρίστη
ἐστὶ
καὶ θὰ θρέφει
ἐμὲ κὶ ἐσὲ πάντα.
Κὶ οὔτε μεταξὺ
τῶν ἀθανάτων
θεῶν ἐμεὶς οἱ
δύο ἀδώρητοι
δίχως δεήσεις
καὶ προσευχὰς
ἐδῶ νὰ μείνουμε
θὰ ἀνεχθοῦμε,
ὠς σὺ κελεύεις.
Εἶναι καλύτερο
παντοτινὰ μὲ
τοὺς θεοὺς νὰ
ζοῦμε
μὲ πλούτη, ἀφθονία
καὶ κτήματα πολλά,
παρὰ στο δῶμα
τοῦ σκοτεινοῦ
ἄντρου νὰ καθόμαστε.
Ὄσο για τὴν τιμὴν
κὶ ἐγὼ τῆς ἱεροτελεστίας
θὰ μετέχω ὄπως
ὁ Ἀπόλλων.
Ἂν δὲ ὁ πατέρας
μου δὲν μοῦ τὴν
δώσει, ἐγὼ σὲ
βεβαιώνω
θὰ προσπαθήσω
καὶ δύναμαι νὰ
γίνω τῶν λῃστῶν
ὁ ἀρχηγός.
Κὶ ἂν δὲ μὲ ἀναζητήσει
ὁ υἱὸς τῆς ἔνδοξης
Λητοῦς,
θαρρῶ πὼς θὰ
ἀποκρούσω αὐτὸν
μὲ κάτι ἄλλο
ἀκόμη μεγαλύτερο.
Γιατὶ θὰ πάω
εἰς Πύθωνα, τὸν
μέγαν ναὸν του
νὰ διαρρήξω·
ἀπ' ὅπου τρίποδας
περικαλλεῖς
καὶ λέβητας θ'
ἁρπάξω
καὶ χρυσὸν καὶ
πολὺ σίδηρον
ἀστραφτερὸν
καὶ ἐνδύματα
πολλά· καὶ σὺ
ἂν θέλεις θὰ
τὸ δεῖς"
[Ὁμηρικὸς
Ὕμνος εἰς Ἑρμῆν,
155-181]
Ἤδη
ὅμως καθὼς ἄρχιζε
ἡ ἡμέρα, ὁ Ἀπόλλων
ἔφθανε ἐς Ὀγχηστον
πρὸς ἀναζήτησιν
τῶν βοῶν του. Ἐκεῖ
συνάντησε τὸν
γέροντα Βάττον
καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον
μαθαίνει πὼς
παιδὶ νήπιον,
ποὺ κρατοῦσε
ῥάβδον ἐθεάθη
νὰ συνοδεύει
τοὺς βόας. Βλέποντας
δὲ ἔναν ἀετὸν
κατάλαβε διὰ
τῆς μαντικῆς
του τέχνης πὼς
κλέφτης ἦτο τὸ
παιδὶ τοῦ Διὸς
ποὺ προσφάτως
ἐγεννήθη. Κὶ ὁ
θεὸς ἔσπευσε
ἐς Πύλον θαυμάζοντας
κὶ ἀπορώντας
για τὰ ἀσυνήθιστα
ἴχνη, πελώρια,
ποὺ τὸ τέχνασμα
τοῦ Ἑρμοῦ εἶχε
ἐκεῖ ἀφήσει.
Κατόπιν
κατευθύνθη πρὸς
τὸ ὄρος τῆς Κυλλήνης
φθάνοντας εἰς
τὸ ἄντρον ὅπου
εὑρίσκετο ὁ νεαρὸς
Ἑρμῆς. Ἐκεῖνος
σὰν ἀντελήφθη
τὸν Ἀπολλῶνα
νὰ εἶναι χολωμένος
για τοὺς βόες
του, ἐτυλίχθη
μὲς τὰ σπάργανά
του προσποιούμενος
πὼς κοιμάται
βαθιά. Ὅμως ὁ Ἀπόλλων
ποὺ γνωρίζε ἤδη
για τὸ πανοῦργο
βρέφος, τοῦ ἀπήυθυνε
λόγους αὐστηρούς.
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΥΝΤΟΜΩΣ]
|