| 07:26 | 12:39 | 17:52 |
| Ἀθῆναι | ||
Ὑποστηρίξετε τὸ μεταφραστικὸ μας ἔργο - Support our translation project
|
|
Ὁ Θεὸς Ἥλιος εἰς τὴν μυθολογίαν Ὁ Ἥλιος εἶναι ὁ παντεπόπτης θεϊκὸς ἡλιακὸς ἀστὴρ καὶ ὁ τῆς ὁράσεως δωροδότης. Κατ' Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον ὁ Ἥλιος γεννᾶται ἐκ Θείας καὶ Ὑπερίωνος, Τιτάνων, Οὐρανοῦ καὶ Γαίας γένος.
Ὁ Ὅμηρος λέγει ὅτι ὁ Ἥλιος ἔχει θαυμαστοὺς βοῦς, ζῷα μὲ ἄσπιλην λευκότητα καὶ χρυσὰ κέρατα, εὐρισκομένους ἐν νῆσῳ Θρινακίᾳ. Καὶ στὴ νῆσο Θρινακία θε να φθάσεις, που περίσσια
Ἄλλο παράδειγμα τῶν ὁρίων εἶναι τὸ σημεῖον ὅπου ὁ Ἥλιος σταματᾷ τὸ ἅρμα του καὶ ἀφήνει τοὺς ἵππους του νὰ ἀναπαυθούν καὶ νὰ τραφούν μὲθ' ἀμβροσίης παρὰ τὸν θαυμαστὸν Ὠκεανόν. Ὁ ἴδιος ἐπιβιβάζεται τοῦ χρυσοῦ κυπέλλου του καὶ διασχίζει τὸν Ὠκεανόν, καθ' ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νυκτός. Ὁ ποιητής τοποθετεῖ τοῦτον παρὰ τὸν Ὠκεανόν, ὁλίγον πρὶν τὸν ἀσφόδελον λειμῶνα, ποῦ τυπικῶς θεωρεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ ᾍδου.
Ὁ ῥόλος τοῦ Ἠλίου εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ δικαίου, τὸν ὁδηγεῖ πάντοτε νὰ τὸ ἀναζητῇ καὶ ὡς Φαέθων, φαείνει μὲ τὸ φάος (φῶς) του, καὶ ὠς Φαναῖος φανερώνει, ἔτσι πάντοτε ἀνευρίσκει τὴν ἀλήθειαν. Ὥστε ὁ Ἥλιος ἀεὶ ἄσπιλος φωτοβολεῖ. Ὅσο ἄτοπον εἶναι νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὸν κόσμον τῶν ζώντων καὶ νὰ φωτίζῃ τοὺς νεκρούς, τόσο και τὸ δίκαιο νὰ μὴν ἰσχύσῃ καὶ οἱ ἔνοχοι νὰ μὴν τιμωρηθοῦν. Ὁ Δίας εἰσακούει τὸν λόγον τοῦ Ἠλίου καὶ ῥίπτει κεραυνόν κατὰ τοῦ πλοίου τοῦ Ὀδυσσέως. Ὅλοι του οἱ σύντροφοι πνίγονται καὶ μόνον ὁ Ὀδυσσεὺς ἐπιζεῖ, ὁ ὁποῖος τηρήσας τὴν ὑπόσχεσίν του δὲν βλάπτει τοὺς βοῦς, παρά τὰς δυσκολίας τῆς παρατεταμένης ἀπνοίας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀπιστίας τῶν συντρόφων του. Ὁ Ἥλιος ἠνώθη μὲ τὴν Ῥόδην, κόρην τοῦ Ποσειδῶνος καὶ τῆς Ἀμφιτρίτης Ἁλιᾶδος, ἣ προσωνυμεῖται Ἀφροδίτης παῖς, διὰ τὸ κάλλος της.
Ὁ μῦθος τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Ῥόδης εἶναι ἀπὸ τοὺς γνωστότερους (ἀνθρώπων παλαιαὶ ῥήσεις). Ὁ Πίνδαρος ἀφηγεῖται πῶς ὅταν ὁ Ζεὺς καὶ οἱ ἀθάνατοι ἐμοίραζαν τὴν χθόνα Γῆ, ἡ Ῥόδος οὐκ φανερὴ ἦν ἐπάνω ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ πόντου ἀλλὰ σὲ ἁλμυρὰ βάθη εὑρίσκετο ἡ νῆσος. Καθῶς ὁ Ἥλιος ἀπουσίαζε, ἑξαιρέθη τοῦ λαχνοῦ κι ἔμεινε δίχως μερίδιον εἰς τὴν πλατιὰ γῆ ὁ ἁγνὸς θεός. Ὁ Ζεὺς μόλις τὸ ἀντελήφθη, ἐθέλησε νὰ κάνῃ νέαν διανομήν, μὰ ὁ Ἥλιος δὲν τὸν ἄφησε, ἐπειδὴ εἶπε ὅτι κάτι λαμπρὸν βλέπει νὰ μεγαλώνει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, γῆ πολύτροφην διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ καλόφρονην διὰ τάς ἀγέλας. Κι εὐθὺς ὁ θεὸς ἐκέλευσε τὴν χρυσότροχην Λάχεσιν νὰ ὑψώσῃ τὰς χείρας της καὶ νὰ προφερῃ τὸν μέγαν ὅρκον τῶν θεῶν, ὄχι μόνη της ἀλλὰ μετά νεῦματι τοῦ Κρονίωνος, πῶς ὅταν ἡ γῆ θὰ φανεῖ εἰς τὸν αἰθέρα θὰ ἀποδοθεῖ εἰς αὐτὸν, καὶ νὰ εἶναι ἐκείνη κορωνίς τῆς κεφαλῆς του, ἀφοῦ θὰ ἔμενε πίσω ταὶς τιμαὶς. Καὶ ὅταν ὁλοκληρώθησαν οἱ λόγοι, εἰς τάς κορυφὰς τῆς ἀληθείας ἔφθασαν, κι ἐβλάστησε ἐκ τῆς ὑγρῆς θαλάσσης, νῆσος, ἣν ἔχει ὁ γενέθλιος πατὴρ τῶν ὀξειῶν ἀκτίνων, ὁ ἄρχων τῶν ἵππων τῶν πνεόντων πῦρ. Ἐκεῖ εἰς τὴν Ῥόδον μιχθεῖς μετὰ τῆς νύμφης, ἐγέννησεν ἑπτὰ παῖδας, τοὺς καλοῦμενους Ἡλιάδας, ὀνόματι Ὄχιμος, Κέρκαφος, Ἄκτης, Μάκαρ, Κάνδαλος, Τρίοπας, Τενάγης, διὰ τοὺς ὁποίους ἦταν παραδεκτόν ὅτι ἦσαν σοφότατοι ἀπ’ ὅλους τοὺς παλαιοὺς ἄνδρας, καὶ μία κόρην, τὴν Ἠλεκτρυόνην, ἡ ὁποία ἀπέθανε παρθένος καὶ ἔλαχε ἡρωικῶν τιμῶν ἀπὸ τοὺς Ῥοδίους.
Συμφώνως πρὸς τὸν συγγραφέα τῶν Διονυσιακῶν, ἦσαν δε οἱ πάντες ἀστρολόγοι, διέταξαν τὰς ὥρας τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ εἰσήγαν νέας πρακτικὰς είς ναυσιπλοΐαν. Φθονήσαντες δὲ τινὲς αὐτῶν τὸν Τενάγην ὠς εὐφυέστερον τὸν ἐφόνευσαν καὶ φωραθέντες ἐξορίσθησαν ἀπὸ τὴν νῆσον. Ὁ Μάκαρ ἐπέρασεν εἰς Λέσβον, ὁ Κάνδαλος εἰς Κῶ, ὁ Ἄκτις εἰς Αἴγυπτον, ὅπου ἔκτισεν τὴν Ἡλιούπολιν πρὸς τιμὴν τοῦ πατρὸς του καὶ ἐδίδαξε τὴν ἀστρολογίαν, καὶ ὁ Τρίοπας εἰς Καρίαν, ἀπὸ τον οποῖον ὀνομάσθη τὸ Τριόπιον ἀκρωτήριον. Οἱ λοιποὶ υἱοὶ ἐκρίθησαν ἀθῷοι καὶ ἔμειναν εἰς τὴν Ῥόδον νῆσον, ὅπου ἐβασίλευσεν ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν Ὄχιμος. Ὁ Ὄχιμος ἐκ τῆς Ἠγητορίας νύμφης ἐγέννησεν τρεῖς υἱούς, τὸν Κάμιρον, τὸν πρεσβύτατον Ἰάλυσον καὶ τὸν Λίνδον. Οὗτοι ἐμοίρασαν τὴν γῆ που ἔχουν ἀπὸ τὸν πατέρα των σὲ τρία μέρη, ὄπως ἐπίσης καὶ τάς μοίρας τῶν πατρῴων πόλεων. Ἔκτοτε ἔτσι ὀνομάζονται αἱ πόλεις ὅπου ἔχουν τάς ἔδρας των. Θεαὶ ἀγαπημέναι τοῦ Ἡλίου ἀναφέρονται ἐπίσης αἱ Ὠκεανίδαι Κλυμένη καὶ Περσηὶς. Ἐκ τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Κλυμένης γεννᾶται ὁ Φαέθων διὰ τὸν ὁποῖον θὰ κάνουμε λόγον παρακάτω. Ἐκ τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Περσηίδος, γεννῶνται ἡ Κίρκη καὶ ὁ Αἰήτης, σημαντικὰ πρόσωπα εἰς τὴν μυθολογίαν περὶ τῶν Ἀργοναυτῶν καὶ περὶ τοῦ Ὀδυσσέως. Ἄλλοι μῦθοι λέγουν ὅτι γόνοι τους εἶναι ἐπίσης ἡ Πασιφάη (ἡ σύζυγος τοῦ Μίνωος) καὶ ἡ Καλυψὼ.
Ὁ Αἰήτης εἶναι ὁ μέγας βασιλεὺς τῆς Αἰαίας καὶ πατὴρ τῆς Μήδειας. Ἡ κόρη τοῦ Αἰήτου, ὄπως καὶ ἡ Κίρκη εἶναι μία κόρη σοφή, που γνωρίζει τὰς δυνάμεις τῶν βοτανῶν, τὰς κινήσεις τῶν ἀστέρων καὶ τὰς μαγικὰς ῥήσεις, ὠς προστατευόμενη τῆς Θεάς Ἑκάτης, τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται. Ἡ Μήδεια μὲ τὴν τέχνην της θὰ βοηθήσει τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς συντρόφους του νὰ κερδίσουν τὸ δέρας τοῦ χρυσομάλλου Κριοῦ, που εἶχε φέρει τὸν Φρίξον εξ’ Ἄργους ἐς Κολχίδαν καὶ ἐς βασιλέα Αἰήτην. [ὅρα Κριοῦ Μῦθοι]
Μετ’ ἐπεμβάσεως τοῦ Ἑρμοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν συμβουλεύει καὶ τοῦ δίνει τὴν βοτάνην μῶλυ, ὁ Ὀδυσσεὺς δεν καταβάλλεται καὶ ἡ Κίρκη ὁρκίζεται να τοῦ παρέχῃ κάθε βοήθειαν [ὅρα Ἑρμοῦ μυθολογία].
Ὁ Ὅμηρος διηγεῖται πὼς ἡ Αἶα εὑρίσκεται εἰς τὴν μακρινὴν ἀνατολήν, πέραν τῆς χώρας τῶν Κιμμερίων Σκυθῶν, βορείως τῶν ὀρέων τοῦ Καυκάσου. Ἐκεῖ εἶναι τὰ δώματα τῆς Ἠοῦς, καὶ μία ἐκ τῶν ἐποχιακῶν ἀνατολῶν τοῦ Ἡλίου. Ἡ Κίρκη καὶ ἡ δύναμίς της θὰ ἀποτελέσουν δοκιμασία διὰ τὸν Ὀδυσσέα καὶ τοὺς συντρόφους του, κατὰ τὴν ἄφιξίν των εἰς τὴν νῆσον ὅπου ἡ θεὰ κατοικεῖ, καὶ οἱ πλέον ἀπρόσεχτοι ἐξ’αὐτῶν μεταμορφώνονται σὲ γουρούνια. Ἡ Κίρκη, ὠς κάθε θεὸς που προέρχεται ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἡλίου, ἔχει ἔντονον τὸ στοιχεῖον τῆς καθαρότητος. Οἱ ἡλιακοὶ γόνοι ἀποστρέφονται τοὺς ἀκαθάρτους, ἡ παρουσία τους καὶ μόνον, ἐμφανίζει τὸ ὅποιον ἀκάθαρτον στοιχεῖον, καθιστώντας τοῦτον ἔκδηλον καὶ πασιφανὲς.
Ἡ καλλίγραμμη Ἀφροδίτη πρὸς ανταπόδοσιν, τοῦ ἐμπνέει παράφορον ἔρωταν διὰ τὴν Λευκοθόην, κόρην τῆς Εὐρυνόμης καὶ τοῦ Ὀρχάμου, βασιλέως τῆς Περσίας. Ὁ Ἥλιος ὅμως τότε ἐτιμοῦσε μὲ τὸν ἔρωτὰ του τὴν νύμφην Κλυτίαν. Ὁ Ὀβίδιος ἀφηγεῖται εἰς τὰς Μεταμορφώσεις: "Ναί, αἱ φλόγαι σου φθάνουν ὠς τὴν ἄκρην τῆς γῆς μὰ κι ἐσὺ ὁ ἴδιος καίγεσαι ἀπὸ νέα φλόγα. Τὸ βλέμμα σου ὅλα πρέπει να τὰ ἀγκαλιάζῃ μὰ σὺ ἔχεις τοὺς ὀφθαλμοὺς σου στρέψει εἰς Λευκοθόην καὶ δίνεις εἰς μία μόνον κόρην τὸ βλέμμα που ὅλος ὁ κόσμος ἀποζητεῖ." Ἄλλοτε ὑψωνόταν πολὺ νωρὶς εἰς τὴν ἀνατολὴν κι ἄλλοτε καθυστεροῦσε να δύσῃ διὰ νὰ τὴν βλέπῃ, παρατείνοντας τὰς ἡμέρας τοῦ χειμῶνος. Ἄλλοτε φόβον εἶχε εἰς τὴν καρδίαν του καὶ τοῦτο ἐμόλυνε τὰς λαμπρὰς του ἀκτῖνας, προκαλῶντας φόβον εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
Ἀλλ’ ἡ Λευκοθόη εἶχε συνθλιφθεὶ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς γῆς καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ. Τότε ὁ Ἥλιος ἄλειψε τὸ σῶμα της μὲ νέκταρ καὶ εἶπε "θὰ φθάσεις εἰς τὸν οὐρανόν" τότε τῇ θέσει της ἐφύτρωσε θάμνος τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν καιόμενον φθάνει εἰς τὸν οὐρανόν. Πρόκειται διὰ τὸν λίβανον, ἔξοχον θρησκευτῶν θυμίαμα. Ἔκτοτε ὁ Ἥλιος ἀπέλειψε ἐκ τῆς καρδίας του τὴν Κλυτίαν. Ἐκείνη λιώνοντας ἀπὸ θλίψιν οὔτ’ ἔτρωγε οὔτ’ ἔπινε καὶ κατόπιν ἐννέα ἡμερῶν μεταμορφώθη εἰς τὸ φυτόν ἡλιοτρόπιον. Λέγεται δὲ ὅτι διαρκῶς φλέγεται ἀπὸ ἔρωτα διὰ τὸν θεὸν καὶ διὰ τοῦτον ὁ ἀνθὸς τοῦ ἡλιοτροπίου στρέφεται καὶ ἀκολουθεῖ τὴν πορείαν τοῦ Ἡλίου. Ἀπὸ τοὺς παλαιότερους μύθους, κατέχει διάκριτην θέσιν εἰς τὴν μυθολογίαν. Ἔχει δὲ ἰδιαιτέρα ἀστρολογικὴν σημασίαν διὰ τὰ οὐράνια φαινόμενα ποὺ περιγράφει.Ὁ Ὠκεανὸς ἐκ τῆς ἀρχεγόνου ἐνώσεώς του μετὰ τῆς Τηθύος, ἔκανε τὴν Κλυμένην, ἀρίστη τῶν Νηιάδων, παρθένον κραταιάν. Ἐκείνης ὁ Ἥλιος ὠς εἶδεν τὴν μορφήν, ἄναψε ὁ πυρσὸς τοῦ Ἔρωτος ἐντὸς του, πιὸ δυνατὸς κὶ ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας του, ποὺ ἄλικα βάφουν τὰ ὕδατα τοῦ Ὠκεανοῦ. Κὶ ἔβλεπε τὴν παρθένον ὁπότε γυμνὴ ἄστραφτε ὡσὰν τὴν πανσέληνον, λουόμενη εἰς τὰ ὕδατα τοῦ πατρὸς της.
Ἀργότερα ἡ Κλυμένη ἔλαβε σύζυγον θνητόν τὸν Μέροπα, βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων, ὃς ἀνέθρεψε τὰ τέκνα της ἀπὸ τὸν Ἥλιον. Ὁ Φαέθων μεγαλώνοντας ἔγινε εἷς λαμπρὸς νέος, καὶ ἐμπνεόμενος ἐκ τοῦ πατρός του, ποθοῦσε σφοδρῶς νὰ ὁμοιάσῃ μὲ ἐκεῖνον. Συνομήλικος τοῦ Φαέθοντος, εἰς τὰ ἔτη καὶ τὴν καταγωγήν, ὁ Ἰναχίδης Ἔπαφος τῆς Αἰγύπτου, ἐνοχληθεὶς ἀπὸ τὴν περηφάνειαν τοῦ νεαροῦ, ἀμφισβήτησε μίαν ἡμέραν τὴν τοῦ Φαέθοντος πατρότηταν, μετὰ σκληρῶν λέξεων. Ὁ Φαέθων εὐθὺς ὠς ἄκουσε ἐκεῖνα, ἔσπευσε πρὸς τὴν μητέραν του λυπηθεῖς ἀλλὰ καὶ ὀργισθεῖς διὰ τὸ συμβάν, ζητώντας ἀκλόνητον ἀπόδειξιν ὅτι ἀληθῶς ὁ Ἥλιος ἐστὶ ὁ πατὴρ του. Ἡ Κλυμένη καθησύχασε τὸν υἱὸν της καὶ ὑψώνοντας τὰς χεῖρας της πρὸς τὸν Ἥλιον, ἐπικαλουμένη ἐκεῖνον ὠς μάρτυρα ὁρκίσθη πὼς ἀληθῶς εἶναι ὁ πατὴρ τοῦ Φαέθοντος. Εἶπε δὲ τῷ υἱῷ της πὼς δύναται νὰ συναντήσῃ ὁ ἴδιος τὸν πατέρα του καὶ νὰ τὸν ῥωτήσει, διότι ἡ χώρα ἀπὸ ὃπου ἀνατέλλει συνορεύει μὲ τὴν Αἴγυπτον. Καὶ ὁ Φαέθων εὐθὺς ἀνεχώρησε πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ πατρὸς του. Ὅταν ἔφθασε εἰς τὴν χώραν τοῦ Ἡλίου, ηὕρε τὸν πατέραν του εἰς τὰ δώματά του. Ἐκείνος εὐθὺς τὸν ἐγνώρισε καὶ τὸν ἐδέχθη μὲ πολλῄ χαρᾴ. Τότε ὁ Φαέθων ἀπηύθυνε παράκλησιν μεγάλην, ζητώντας ἀπὸ τὸν πατέραν του, ἀπόδειξιν φανερὴν τοῖς ἅπασι, πὼς ἀληθῶς εἶναι ὁ υἱὸς του καὶ νὰ θέσῃ τέλος εἰς τὰς ὅποιας ἀμφιβολίας. Ὁ Ἥλιος ἀφηνοντας πλὰι του τὸν ἐκθαμβωτικὸν του στέφανον, ἀγκάλιασε τὸν Φαέθοντα, κι ἐπρόφερε τὸν μέγα ὅρκον τῶν Θεῶν, εἰς τὰ ὕδατα τῆς Στυγός, πὼς θὰ πραγματοποιήσει ὅποιαν χάριν τοῦ ζητήσει ὁ νέος, ὥστε νὰ καταστῃ ὁλοφάνερη ἡ ἡλιακὴ του καταγωγὴ καὶ ἡ καρδία του νὰ ἠρεμήσῃ. Καὶ ὁ Φαέθων ἐζήτησε τὴν μεγίστην χάριν, νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ὁδηγήσῃ ἐκεῖνος τὸ λαμπρὸν ἅρμα τοῦ Θεοῦ διὰ μίαν ἡμέραν. Μάταια ὁ Ἥλιος μὲ γλυκούς λόγους ἐπιχείρησε νὰ τὸν μεταπείσῃ.
Ἀλλ' ὁ Φαέθων δὲν ἐπείθετο τοῖς σοφοῖς λόγοις τοῦ πατρὸς του, ἐπιμένων δὲ εἰς τὴν παράκλησιν, ὁ Ἥλιος ὑπεχώρησε, ἔχοντας λάβει μέγα ὅρκον ποὺ ὄφειλε ὄπως τηρήσῃ. Γνωρίζοντας τὴν πιθανὴν ἀτυχὴν ἔκβασιν, ἐπιχειρησε νὰ διδάξῃ ὀσο καλύτερα ἠδύνατο τὸν νεαρὸν Φαέθοντα, περὶ τῆς τοῦ ἡλιακοῦ ἅρματος ἠνιοχίας.
Ὅμως ἀδυνατοῦσε νὰ ὁδηγήσῃ μὲ μέτρον καὶ ἄλλοτε μαστίγωνε τοὺς ἵππους ἀναγκάζοντας τους σὲ ταχύτερην πορείαν κὶ ἄλλοτε τοὺς συγκρατοῦσε ἀπότομα. Οἱ ἵπποι διαισθανόμενοι τὴν διαφορὰν τοῦ ἠνιόχου ἐταράχθησαν κι ἐτράπησαν εἰς ἀνεξέλεγκτον καλπασμον. Ἐταράχθη καὶ ὁ Φαέθων ποὺ δὲν ἐγνώριζε πὼς νὰ τοὺς ἠρεμήσῃ καὶ νὰ συγκρατήσῃ τὴν ὁρμὴν των. Εἰς μεταγενέστερην ἐκδοχήν τοῦ μύθου, οἱ ἵπποι ἀφηνιάζουν ὅταν τὸ ἅρμα περνάει ἀπό τὸν ἀστερισμόν τοῦ Σκορπιοῦ.Ἔτσι τὸ ἅρμα προχωροῦσε δίχως μέτρον καὶ ῥυθμόν, διελαύνοντας ἀπὸ τοὺς οἴκους σὲ ἀνίσους περιόδους, ἐνῶ τὰ μέτρα τοῦ χρόνου καὶ ἡ διάρκεια τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς εἰχαν διαταραχθεῖ.
Ὁ Ζεὺς ἐρρύθμισε πάλι τὸν χορὸν τῶν ἄστρων, ἔσβησε τὰς πυρκαγιὰς ποὺ εἶχαν ἀνάψει ἐπὶ γῆς καὶ ἐπέστρεψε τὸ ἅρμα εἰς Ἥλιον. Εἰς μεταγενέστερους μύθους ἀναφέρεται πὼς ὁ Φαέθων καταστερίσθη εἰς τὸ ἄστρον τοῦ Ἠνιόχου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πλησίον τῶν ἀστέρων τοῦ Ἠριδανοῦ. Ὅμως οἱ παλαιότεροι συσχετίζουν τὸν Ἠνίοχον μὲ τὸν ἥρωα Ἐριχθόνιον. Αἱ ἀδελφαὶ τοῦ Φαέθοντος ἦλθαν πλησίον τοῦ ποταμοῦ καὶ ἔθαψαν ἐκεῖ τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφοῦ των. Ἐθρήνησαν πολὺ τὸν θάνατον τοῦ Φαέθοντος καὶ δὲν ἔπαυαν κλαίουσαι ἡμέρα καὶ νύκτα, ἔτσι μεταμορφώθησαν εἰς λεύκας, αἱ ὁποῖαι τὴν ἴδιαν ἐποχὴν ἐτησίως ῥίπτουν δάκρυα ποὺ σκληραίνουν τῇ ἐκθέσει των εἰς Ἥλιον καὶ γίνονται ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουν ἤλεκτρον, οἱ δὲ νῆσοι ἐπὶ τοῦ Πάδου ποταμοῦ ὀνομάσθησαν Ἠλεκτρίδαι. Ἔκτοτε καὶ ὁ Ἥλιος ἔλαβε τὴν προσωνυμίαν Ἠλέκτωρ πρὸς τιμὴν τοῦ υἱοῦ του. Τὸ δὲ ἤλεκτρον χρησιμοποιεῖται εἰς τούς θρήνους διὰ ὅσους πεθαίνουν νέοι ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν γαμήλιαν ἀμφίεσιν τῶν Ῥωμαίων νυμφῶν.
Ἂν καὶ ὁ Ἥλιος ταυτίζεται συνήθως μὲ τὸν Θεὸν Ἀπόλλωνα, ἐν τούτοις ὑπάρχει μία σημαντικὴ διάκρισις μεταξὺ των. Ὁ Ἥλιος εἶναι αἰσθητὸν ὂν καὶ ἀντανάκλασις τοῦ νοητοῦ Θεοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῶν Ἰδεῶν του ἐπὶ τοῦ αἰσθητοῦ πεδίου. Ἔτσι δὲν εἶναι ὀρθόν νὰ θεωροῦμε ὃτι ταυτίζονται ἀλλ' ὃτι ὁ Ἥλιος προέρχεται ἐκ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ ἀποτελεῖ μία ἐκ τῶν ἐλλογίμων ἐκφράσεων τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ὁ Ἥλιος εἶναι ὁ ὁρατὸς θεὸς ἐνῶ ὁ Ἀπόλλων ὁ νοητός, ὁ ὁποῖος εἶναι αἴτιον καὶ ἀρχή τοῦ ὁρατοῦ. Ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἡλίου ὀφείλεται εἰς Ἀπόλλωνα ἐνῶ ἡ ὑπαρξις τοῦ Ἀπόλλωνος δὲν ὀφείλεται εἰς Ἥλιον ἀλλ΄εἶναι αὐθύπαρκτος, ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ του.
Τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ που ἀποδίδουν μυθολογικῶς οἱ Ἕλληνες εἰς Ἥλιον Ὁ Ἥλιος εἶναι ὁ κατ' ἐξοχὴν Θεὸς τῆς ὁράσεως καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ φωτὸς του ἡ ὅρασις γίνεται ἐφικτή. Συμφώνως πρὸς τὸν Πλάτωνα, τὸ κυριότερον ὄργανον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ ὀφθαλμοὶ του, καλοῦνται δὲ φωσφόροι.
Τὸ ἀνόθευτον πῦρ τῆς ψυχῆς εἶναι ὁμοειδὲς μὲ τὸ ἠλιακὸν φῶς καὶ ῥέει ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν λεῖο καὶ πυκνὸ. Καθως τὸ ῥεῦμα τῆς ὁράσεως ῥέει πρὸς τὰ ἔξω, συνενώνεται μὲ τὸ ὁμοειδὲς του ἡλιακὸν φῶς, δημιουργώντας ἓνα ὁμοιογενὲς πεδίον, οἰκεῖον, τῇ εὐθείᾳ τῶν ὀφθαλμῶν. Ἔτσι ὅπου κι ἂν εὑρίσκεται τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον προσκρούει τὸ ῥεῦμα τῆς ὁράσεως μεταφέρει τὰς κινήσεις ποὺ προκαλοῦνται κατὰ τὴν πρόσκρουσιν, διαμέσου ὅλου τοῦ σώματος, εἰς τὴν ψυχήν μὲ ἀποτέλεσμα τὴν γέννησιν τῆς αἰσθήσεως ποὺ ὀνομάζεται ὅρασις. Ἐνῶ ὅταν τὸ ἀδελφικὸ πρὸς τὸ ῥεῦμα τῶν ὀφθαλμῶν ἠλιακὸ φῶς χάνεται, καθῶς ἐπέρχεται ἡ νῦξ, τὸ ῥεῦμα τῆς ὁράσεως κατευθύνεται πρὸς κάτι ἀνόμιον καὶ "σβήνει" προσκρούοντας ἐπάνω του, ἔτσι ἡ ὅρασις τὴν νύκτα εἶναι δύσκολη ἢ ἀδύνατη. Ὁ ἄνθρωπος δὲν βλέπει πλέον, ὁ ὕπνος ἐπέρχεται καὶ τὰ βλέφαρα, οἱ προστάται τῆς ὁράσεως, καλύπτουν τοὺς ὀφθαλμούς. Ὁ Ἥλιος δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀδυνάμην ὅρασιν ἢ τὴν τύφλωσιν, ἢ νὰ τυφλώσῃ ἐκείνους ποὺ τὸν προσβάλλουν. Ὠς ἄσπιλος καὶ ἁγνός, εἶναι ὁ προστάτης τῶν ἱερέων εἰς τοὺς ὁποίους μεταδίδει τὴν δύναμιν τῆς ὁράσεως αὐτοῦ. Μία ἐκ τῶν δυνάμεων τῶν ἀποδιδομένων εἰς ἱερεῖς εἶναι ἡ δύναμις τοῦ καθάριου βλέμματος ἡ ὁποία διαχέεται ὡσὰν τὰ βέλη τοῦ τόξου. Ὁ ἁγνὸς ἱερεὺς δύναται νὰ ἐξαγνίσῃ ἢ ἀκόμη καὶ νὰ καταρασθῇ ὅσους ἀσεβοῦν καὶ μόνον ῥίπτοντας τὸ βλέμμα του ἐπὶ ἐκείνων.>
Βλέπει δὲ τὰ πάντα καὶ διὰ τοῦτο, τὸν ἐπικαλοῦνται συχνὰ ὠς μάρτυρα τῶν ὅρκων. Ἁγνὸς καὶ ἀψευδὴς θὰ ἀναφέρει εὐθὺς τυχὸν ἐπιορκίαν εἰς τοὺς δαίμονας, τοὺς ἁρμοδίους διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐπιόρκων. Τὸ μεγά ἀθηναϊκὸν δικαστήριον, ἡ Ἡλιαία, ἔλαβε τὴν προσωνυμίαν του ἐκ τοῦ Ἡλίου, οἱ δὲ δικασταὶ ὀνομάζοντο Ἡλιασταί.
Αἱ ἀπεικονίσεις του χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν ἡλιακὴν κορώνα, τὸν φλογερὸν στέφανον τοῦ Ἡλίου ποὺ καλεῖται διάδημα μυρίων ἀκτίνων. Ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὸν Ἑωσφόρον, τὰς τέσσαρας Ὥρας (ἐποχάς) καὶ τὰς δώδεκα Ὥρας ποὺ ἄλλοτε σημαίνουν τοὺς μῆνας καὶ ἄλλοτε τὰς ὥρας τῆς ἡμέρας (αἱ ἀρχαῖαι ἡμερήσιαι ὥραι ἰσοδυναμοῦν μὲ δύο σημερινὰς ὥρας). Ἡ ἔκλειψις δὲ τοῦ Ἡλίου ἐθεωρεῖτο καταστροφικὸς οἰωνὸς διὰ ὁτιδήποτε εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν της.
Αἱ ἀκτίναι του φέρουν τὴν αὔξησιν τῶν καρπῶν, διὸ καὶ καλεῖται κάρπιμος, καὶ ἐπιταχύνουν τὴν διαδικασίαν τῆς σήψεως. Αἱ συχνότεραι προσωνυμίαι τοῦ Ἡλίου εἶναι:
Πτηνόν ἀφιερωθὲν εἰς Ἥλιον ἐστὶ ὁ Ἱέραξ, διὰ τὸ ἱερὸν τὸν ὀφθαλμῶν του, ἡ δὲ πρωταρχικὴν σημασίαν τῆς λέξεως ἱερὸς εἶναι ἰσχυρὸς καὶ εὔρωστος, ἐξ οὖ καὶ ἱερεύς. Ἐκ τῶν ζῴων, εἰς Ἥλιον ἀφιερώνονται οἱ λευκοὶ ἵπποι. Φυτὰ καὶ λίθοι ἐκ τῶν ἀπορροιῶν τοῦ θεοῦ θεωροῦνται τὸ χρυσάνθεμον, ὁ ὑάκινθος καὶ τὸ ἡλιοτρόπιον, ὁ ὑάκινθος λίθος (εἴδος ῥουμπινίου), ὁ ἠλιόδωρος (χρυσὸς βήρυλλος), τὸ ἤλεκτρον, τὸ ῥουτίλιον (χαλαζίας μὲ πρόσμιξιν χρυσοῦ) κ.ἄ. Μέταλλα, ὁ χρυσός. Θυμίαμα ὁ λίβανος. Τροφαί τὸ μέλι καὶ τὰ πορτοκάλια.
Σχετικαὶ Σελίδαι ἐν Διαδικτύῳ: Helios, god of the sun - Πλήρης μυθολογία τοῦ Ἡλίου
Tags:
|



















