| Ἡσίοδος: βιογραφία & ἔργα |
|
Ὁ Ἡσίοδος εἶναι κορυφαῖος ποιητὴς τῆς πρωίμου ἀρχαιότητος. Περὶ τοῦ βίου του ἔχουν παραδοθεῖ ἐλάχιστα καὶ συχνῶς ἀντικρουόμενα. Εἰς τὸ Ἔργα καὶ Ἡμέραι ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ἀναφέρει ὅτι ὁ πατὴρ του κατοικοῦσε ἐς Αἰολικὴν Κύμην καὶ ἠσχολεῖτο μὲ τὸ θαλάσσιον ἐμπόριον. Κατόπιν μετέβη ἀπὸ τὴν Ἰωνίαν εἰς τὴν Ἄσκραν τῆς Βοιωτίας, πλησίον τοῦ Ἑλικῶνος, ὅπου καὶ ἐγεννήθη ὁ Ἡσίοδος. Εἶχε τουλάχιστον ἕναν ἀκόμη ἀδελφόν, μὲ τὸν ὁποῖον ὅμως ἦλθαν εἰς διένεξιν καθὼς ὁ ἀδελφός λαβὼν τὸ μεγαλύτερον μερίδιον τῆς πατρικῆς περιουσίας κατεσπατάλησε αὐτὸ νωρίς καὶ ἐστράφη πρὸς βοήθειαν εἰς τὸν Ἡσίοδον. Οὔτως ὁ ποιητὴς συνέθεσε τὸ ποίημα Ἒργα καὶ Ἡμέραι συμβουλεύοντας ἐμμέτρως τὸν ἀδελφόν του. Ἡ ἀκριβὴς ἐποχή ὅπου ἔζησε ὁ Ἡσίοδος δὲν εἶναι γνωστὴ, ἀλλὰ ἦδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἐθεωρεῖτο μεταγενέστερος τοῦ Ὁμήρου· σήμερα δὲ τοποθετεῖται πρὸς τὰ τέλη τοῦ 1ου ἢ τὰς ἀρχάς τοῦ 2ου αἰ. μ.Ὀ. Πιστεύεται ὅτι ἐταξίδευσε καὶ ἐδοξάσθη ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Βοιωτίας. Ἀναφέρεται ὑπὸ τινῶν ὁ θρυλούμενος ἀγὼν Ὁμήρου καὶ Ἡσιόδου, ποὺ ἔγινε ὑπὸ τῶν ὑιῶν τοῦ βασιλέως τῆς Χαλκίδος Ἀμφιδάμαντος, τῇ ἀφορμῇ τοῦ θανάτου τοῦ βασιλέως. Ἐκεῖ ὁ Ἡσίοδος κέρδισε τὸ ἔπαθλον, ἕναν χάλκινον τρίποδα ποὺ ἀφιέρωσε εἰς Ἑλικωνιάδας Μούσας, τὰς ὁποῖας καὶ ἐθεώρη πηγήν τῆς ἐμνεύσεώς του. Ὁ Ἡσίοδος ἀπέθανε καὶ ἐτάφη ἐν Ἄσκρᾳ. Ἀργότερα ὅταν ἡ πόλις κατεστράφη ἀπὸ τοὺς Θεσπιεῖς, οἱ πολίται ἐγκατεστάθησαν ἐν Ὀρχομενῷ, ὅπου καὶ μετέφεραν τὸ μνῆμα του ποιητοῦ, συμφώνως πρὸς Δελφικὸν χρησμόν. Ὁ Ἡσίοδος συνέθεσε πολλὰ ἔργα, ὅπως Θεογονία, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, Ἀσπίς Ἡρακλέους, Κατάλογος γυναικῶν ἢ Ἠοῖαι, Ἀστρονομία, Μελαμποδία, Ἰδαῖοι Δάκτυλοι, Χείρωνος Ὑποθήκαι, Κήυκος γάμος, Αἰγίμιος. Τὰ τρία πρώτα σώζονται ὁλόκληρα καὶ τὰ ἄλλα ἀποσπασματικῶς. Ἡ Θεογονία εἶναι τὸ ὡραιότερον ποίημα τοῦ Ἡσιόδου. Διά γλώσσης ἀπλῆς καὶ ἔμπλεης χάριτος ὁ ποιητὴς ἐξιστορεῖ τὴν γένεσιν τῶν Θεῶν, τὴν Τιτανομαχίαν καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς τοῦ Διός μεταξὺ τῶν Θεῶν, τοὺς ἔρωτας καὶ γάμους των, τὰ θεϊκὰ γένη καὶ ἄλλα πολλὰ που συμβαίνουν μεταξὺ των. Ἡ Θεογονία ἐθεωρήθη ἦδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἔργον θεόπνευστον. Ἐκ τῶν ὡραιοτέρων δειγμάτων πρὸ-κλασσικῆς ποιήσεως, ἔχει μεταφρασθεῖ εἰς πολλὰς γλῶσσας. Ἡ ἀγγλικὴ μετάφρασις τῆς Θεογονίας [H.G. Eveyln-White] εἶναι ἡ πλέον διαδεδομένη, ἄν καὶ ὄχι δίχως σφάλματα. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν εἰς τοὺς στίχους: (ἄν καὶ χάριν παραδείγματος χρησιμοποίησα τὴν μετάφρασιν τοῦ Κάκτου ἡ 'ἀκαδημαΐκὴ' ἀγγλικὴ μεταφράσις τοῦ Hugh G. Evelyn-White [1914] ποὺ κυκλοφορεῖ ἐκ τῆς γνωστῆς Loeb Classical Library, ἔχει παρόμοιαν ἀπόδοσιν) Ἡ ἀπόδοσις αὐτὴ βγάζει νοήματα παράλογα ἀναφορικῶς μὲ τοὺς Θεούς. Ἀυτοὶ οἱ στίχοι λέγονται ἐκ Μουσῶν πρὸς Ἡσίοδον, ποὺ ἐποίμενε τὰ ζῷα του ἐν Ἑλικῶνᾳ. Εἶναι ἀδιανόητον ὁ ἴδιος ὁ Ἡσίοδος νὰ ἀπέδιδε τέτοιο νόημα, παρουσιάζοντας τὰς Μούσας - τῶν ὁποίων τὸ ἔργον εἶναι νὰ "καθιστοῦν γνωστὰ στοὺς πάντες τοὺς νόμους καὶ τὰ καλὰ ἤθη ὅλων τῶν ἀθανάτων" (στ. 66-67) - νὰ.... ψεύδονται καὶ μάλιστα.... νὰ τὸ δηλώνουν ! Οὐσιαστικῶς οἱ μεταφρασταί μᾶς παρουσιάζουν τὰς Μούσας νὰ λένε κάτι τέτοιο περίπου: "Λέμε πολλά ψέμματα με τρόπο μάλιστα ποὺ νὰ φαίνονται σᾶν ἀληθῆ (συμπέρασμα: αἱ Μούσαι κοροϊδεύουν) ἀλλὰ ἄν θέλουμε, λέμε καὶ τὴν ἀλήθειαν (διὰ νὰ περνάῃ ἡ ὥρα μῆπως;...). Ἡ ἀπόδοσίς μου εἶναι ἡ ἐξῆς: Ὁ Ἡσίοδος δέχεται τὴν ἒμπνευσιν τῶν Ἑλικωνιάδων Μουσῶν
|







