| Ἀπὸ : Πέρσεια Ἑκάτη,
|
Θεάσεις : 546  |
Ἡ γαστὴρ
(λατ. abdomen), ἡ κοιλιακὴ
χώρα ὑπὸ τοῦ
διαφράγματος
καὶ ἄνωθεν τοῦ
ὀμφαλοῦ φιλοξενεῖ
τὸ κατώτερον
ἐκ τῶν θνητῶν
μερῶν τῆς Ψυχῆς
ὃν καλεῖται "ἐπιθυμητικὸν".
Κύρια λειτουργία
του εἶναι ἡ θρέψις
τοῦ σώματος. Ἐπιθυμητικὸν
ἔχουν ἐπίσης
τὰ δένδρα καὶ
τὰ φυτά. Τοῦτο εἶναι ἡ πηγὴ
πάσας ἐπιθυμίας
σχετικῆς μὲ τὰς
σωματικὰς ἀνάγκας
ὄπως ἡ ὄρεξις
τοῦ σώματος διὰ
τροφὴν ἀλλὰ καὶ
ἄλλαι ὀρέξεις
ὄπως ἡ ἐρωτικὴ.
Εἰς τὴν
Ἰνδικὴν θρησκείαν
ἀναλογεῖ πρὸς
τὸ 3ον Τσάκρα,
τοῦ ἡλιακοῦ πλέγματος.
Λέγεται Μανιπούρα
ποὺ σημαίνει
"χώρα τοῦ λαμπεροῦ
κοσμήματος" καὶ
ἡ λειτουργεία
του εἶναι ἐπιθετική:
νὰ κατακτᾷ, νὰ
καταναλώνῃ,
νὰ μετασχηματίζῃ
ἄλλα πράγματα
σὲ μέρη τοῦ ἑαυτοῦ
του.
Κέντρον
τῆς Θέλησεως,
συμβολίζεται
μὲ κίτρινον χρῶμα.
Λίθοι ἁρμονικοὶ
εἶναι ὁ κρύσταλλος
ῥουτιλίου, ὁ κιτρίνης
κρύσταλλος, ὁ
κίτρινος ἴασπις,
τὸ ἢλεκτρον, ὁ
χρυσοβήρυλλος
ἡλιόδωρος, ὁ λίθος
ὁ καλούμενος
"γαλῆς ὀφθαλμός"
καὶ τὸ καλοῦμενον
τοπάζιο.
Τὸ ἂλλο μέρος τῆς ψυχῆς, ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμεῖ τὰ φαγητά, τὰ ποτά και
ὃ,τι ἂλλο τοῦ ἐπιβάλλει ἡ φύσις τοῦ σώματος, εὐρίσκεται μεταξὺ τοῦ
διαφράγματος καὶ τοῦ ὃρίου τῆς περιοχῆς τοῦ ὀμφαλοῦ. Ὁ χώρος
αὐτὸς εἶναι σᾶν φάτνη διὰ τὴν τροφήν τοῦ σώματος. Αὐτὸ τὸ μέρος τῆς
ψυχῆς δεν πρόκειται ποτέ νὰ κατανοήσῃ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ ἂν ἀκόμη
ἐρχόταν σὲ ἐπαφήν μὲ ἐπιχειρήματα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθῇ τὴν
σημασίαν των. Ἒτσι εὐρίσκεται εἰς τὴν μεγαλύτερην ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν
ἒδραν τῶν ἀποφάσεων, τὴν κεφαλήν, ὣστε νὰ προκαλεῖ τὸν ἐλάχιστον
θόρυβον καὶ τὴν ἐλάχιστην ἐνόχλησιν ἐπιτρέποντας εἰς τὸ κυρίαρχον μέρος
τῆς ψυχῆς νὰ διαβουλεύεται ἀπερίσπαστο.
Τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ψυχῆς ὃμως ἒχει μία ἰδιότητα, νὰ
ψυχαγωγεῖται άπὸ τὰ εἲδωλα καὶ τὰ φάσματα τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας. Το
χάρισμα αὐτὸ ἀξιοποιεῖ τὸ ἧπαρ, ποὺ εὐρίσκεται μαζί του εἰς τὴν ἱδίαν
κατοικίαν. Τὸ ἧπαρ εἶναι πυκνὸ, λεὶο και λαμπερὸ, προικισμένο μὲ
γλυκύτητα ἀλλὰ καὶ μὲ πικρότητα. Ὑπὸ καταστάσεων φόβου ἢ ἀπειλῆς, τὸ
ἧπαρ ἀποκτά ἑνα πρασινωπὸν "χολῶδες" χρῶμα, συμπιέζεται ἀπὸ ἂκρη σὲ
ἂκρη, ζαρώνει καὶ τραχύνεται φράζοντας τὰς πύλας εἰσόδου του καὶ
προκαλώντας πόνους και λύπας.
Ὃταν ὁμως δέχεται πνοήν πραότητος ἐκ τῆς διανοίας,
τότε ἡ πικρότης ἠρεμεῖ ἐνῶ ἡ γλυκύτης ἐνεργοποιείται καὶ τὰ στοιχεῖα
τοῦ ἣπατος ἐπανέρχονται εἰς τὴν ὀρθὴν, λεῖαν καὶ ἐλεύθερην μορφήν των.
Τότε τὸ σύνοικον μέρος τῆς ψυχῆς γίνεται ἢπιο κι εὐτυχὲς τὴν νύκτα καὶ
καθῶς εἶναι ἀποκομμένο ἀπὸ τὸν λόγον καὶ τὴν φρόνησιν, ἐπιδίδεται με
σοβαρότητα εἰς τὴν ὀνειρομαντείαν. Οὓτως τὸ "μαντεῖον τοῦ σώματος" διὰ
τῆς ἐκεῖ θέσεῶς του προσδίδει εἰς τὸ ἀνάξιον μέρος τῆς ψυχῆς μία ἐπαφήν
μετὰ τῆς ἀληθεῖας.
Οὐδεῖς ἀσκεῖ τὴν ἀληθινὴν κι ἐμπνευσμένη μαντικήν μὲ τὸν νοῦ του, ἀλλὰ
εἲτε κατὰ τὸν ὓπνον του, ὃταν ἡ δύναμις τῆς φρονήσεως εἶναι ἀδρανῆς,
εἲτε ὃταν μεταμορφώνεται ἀπὸ κάποια ἀσθένεια ἢ ἀπὸ ἱερὸν παροξυσμὸν.
Ὃταν ὁ ἂνθρωπος ἐπανευρίσκει τὴν λογικὴν του ἀναπολεῖ τὸ ὂνειρον ἢ τὸ
ὂραμα -τὰς μαντικὰς ἢ θεϊκὰς ῥήσεις, τὰ φάσματα ποὺ εἲδε- καὶ μὲ τὴν
λογικὴν του προσπαθεῖ νὰ διακρίνῃ τὶ ἀκριβῶς σημαίνουν. Καὶ δι' ὃσον
καιρόν ζεῖ αἱ ἐνδείξεις τοῦ ἣπατος εἶναι ἀρκοῦντως σαφεῖς, ὃταν ὃμως
πεθάνει, αὐτὸ γίνεται τυφλὸ καὶ τὰ μαντικὰ του σημεῖα πλέον
συγκεχυμένα, διὰ νὰ τοὺς άποδοθεῖ νόημα σαφὲς.
Ὁ Πλάτων εἰς Τίμαιον ἀποσαφηνίζει τὴν σχέσιν τῶν ὀνείρων μὲ τὰ μέρη τῆς ψυχῆς, ἀποσυνδέοντὰς τα ἀπὸ τὸ ἀνώτερον μέρος τῆς ψυχῆς καὶ
τοποθετώντας τα εἰς τὸ κατώτερον, "θνητὸν" μέρος. Εἰς Πολιτείαν ὑποστηρίζει ὃτι ὃποιος φροντίζει καλῶς καὶ καταπραΰνει τὸ ἐπιθυμητικὸν
καὶ τὸ θυμοειδὲς μέρος τῆς ψυχῆς του, δὲν ἒχει νὰ φοβηθεῖ τίποτε ἀπὸ
τὰ φάσματα ποὺ ἐμφανίζονται εἰς τὰ ὂνειρὰ του -τὰς θηριώδεις καὶ ἀναίσχυντας
εἰκόνας ποὺ ταλαιπωροῦν τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους.
Ἀντιθέτως
μάλιστα διὰ τοὺς ἀγαθούς τὰ ὂνειρα ἒχουν θετικὴ λειτουργεία ποὺ μπορεῖ
μάλιστα νὰ ἂπτεται τῆς ἀληθείας. Οὓτως ὁ Πλάτων περιγράφει τὰ ὂνειρα
τοῦ Σωκράτους εἰς Κρίτωνα, ὃπου μία γυναίκα τοῦ ἀποκαλύπτει
διὰ τελετουργικῆς και συμβολικπης γλώσσης ὃτι ὁ θάνατὸς του θὰ καθυστερήσει
κατὰ μία ἡμέραν καὶ εἰς Φαίδωνα, ὃπου πρὸς τὸ τέλος τὴς ζωῆς του
παίρνει κατὰ γράμμα τὸ ἐπίμονον ὂνειρον ποὺ τοῦ ἐπιτάσσει νὰ ἀσχοληθῇ
μὲ τὴν μουσικὴν, ἐνῶ ἒως τότε τὸ ἑρμήνευε ὡς προτροπήν διὰ τὴν φιλοσοφίαν,
τὴν μεγίστην μουσικήν.
Εἰς Φαίδρον ὁ Πλάτων συνδέει τὸν μάντιν μὲ τὸ μένος (τὴν μαντικὴν
μὲ τὴν μανικὴν) καὶ διαχωρίζει τὸ ἒργον του ἀπὸ τὴν οἰωνιστικὴν,
τὴν τῶν ἐμφρόνων ζήτησιν τοῦ μέλλοντος, τὴν λογικὴν δηλαδή ἑρμηνείαν τῶν θείων σημάτων. Ὑποστηρίζει ὃτι ἡ οἰωνιστικὴ προήλθε ἀπὸ
τὴν οἰονοΐστικὴν, ποὺ ἐτυμολογικῶς ἐμπεριέχει τὴν ἀνθρώπινην
οἲησιν, τὸν νοῦ καὶ τὴν ἱστορίαν. Ἐπίσης ἀπορρίπτει τὴν λαΐκὴν πίστην εἰς τὴν οἰωνοσκοπίαν ἀπὸ τὰ ἐντόσθια τῶν θυσιασθέντων
σφαγίων, ἐξηγώντας εἰς Τίμαιον ὃτι τὸ ἧπαρ δὲν διατηρεῖ
τὴν μαντικὴν του ἱδιότητα ὃταν πεθάνει καὶ μόνον συγκεχυμένα σημεῖα δύναται νὰ δώσῃ. Ὁ Πλάτων ἀποδίδει τὴν ἱδιαίτερην
αὐτὴν λειτουργεία τοῦ ἣπατος εἰς ὃλους τοὺς ζωικοὺς ὀργανισμούς καὶ ὂχι μόνον εἰς τὸν ἀνθρώπινον.
Τελευταῖα ἐνημέρωσις : 12-01-2008 04:37
|